Κυριακή

Ανέκδοτο

Ένας μηχανόβιος κάμποσων Μαΐων, βρήκε επιτέλους σ' ένα μαγαζί τις μπότες των ονείρων του ..

Τις φοράει λοιπόν, και μια και δυο πάει στο σπίτι του. Μπαίνει μέσα με κάμποσο θόρυβο για να τον προσέξει η γυναίκα του, στέκεται απέναντί της και της λέει.

-- Καλησπέρα αγάπη μου.
-- Καλησπέρα του απαντάει αυτή χωρίς να τον κοιτάξει καθόλου.

Μετά από μερικές στιγμές αμηχανίας, αυτός την ξαναρωτάει:
--Δεν παρατηρείς καμία αλλαγή πάνω μου;
--'Οχι λέει εκείνη, μετά από ένα πεταχτό βλέμμα.
Πάει τότε εκείνος στην κρεβατοκάμαρα, γδύνεται εντελώς, φοράει μόνο τις μπότες του και ξανά γυρίζει πίσω.
-- Ούτε τώρα βλέπεις καμιά αλλαγή επάνω μου;... ξαναρωτάει.
--Τι να σου πω ρε Μπάμπη... ξαναλέει εκείνη. Πεσμένη την είχες πάντα... Πεσμένη είναι τώρα, πεσμένη θα είναι μια ζωή... Άσε με ήσυχη'.
Λύσσαξε αυτός:
--Άκουσε κυρά μου... Αν θες να ξέρεις, είναι πεσμένη γιατί κοιτάει τις καινούργιες μπότες μου, που εσύ δεν πρόσεξες...!
Οπότε εκείνη, του ρίχνει άλλη μια βιαστική ματιά και του λέει:
-- Τότε βρε αγόρι μου, δεν έπαιρνες καλύτερα ένα κράνος ;"

--
S.I.